Ο οικισμός, η αρχιτεκτονική και η εξέλιξη τού Διλόφου – μέρος α’

ΔΙΛΟΦΟ ΚΕΝΤΡΙΚΟΥ ΖΑΓΟΡΙΟΥ

Ο οικισμός, η αρχιτεκτονική του και η εξέλιξή του
Μαρία Μπαλοδήμου – Αρχιτέκτων Μηχ. ΑΠΘ,
MSc Αποκαταστάσεων K.U.Leuven Βέλγιο, Υπ.Δρ.Μηχ. ΕΜΠ


DILOFO – CENTRAL ZAGORI – EPIRUS

The settlement – architecture and evolution
Maria Balodimou – Architect Eng. A.U.T,
MSc Restoration K.U.Leuven Belgium, Dr.Eng. cand. N.T.U.A.

Περίληψη

Δίλοφο Κεντρικού Ζαγορίου

Δίλοφο Κεντρικού Ζαγορίου

Η παρούσα εργασία αφορά στην αναγνώριση του παραδοσιακού οικισμού Διλόφου Κεντρικού Ζαγορίου από αρχιτεκτονικής-οικιστικής και εξελικτικής σκοπιάς.
Αρχίζοντας από τα πρώτα ιστορικά στοιχεία για το Ζαγόρι και τις πρώτες αναφορές για την ύπαρξη του Διλόφου (πρώην Σωποτσέλι) φτάνουμε στην εικόνα που έχει σήμερα ο οικισμός.
Γίνεται μια χωροταξική και πολεοδομική περιγραφή στην προσπάθεια άντλησης συμπερασμάτων για την εξέλιξη του οικισμού. Περιγράφονται και αναλύονται τα αρχιτεκτονικά, μορφολογικά και κατασκευαστικά χαρακτηριστικά καθώς και η εξέλιξη τους στο χρόνο. Πώς επηρεάστηκαν από τις κοινωνικοοικονομικές αλλαγές και τι επιπτώσεις υπήρχαν; Τι προβλήματα έχουν προκύψει και πως αντιμετωπίζεται σήμερα ένας οικισμός που ήταν για αιώνες ζωντανός και παραγωγικός και σήμερα αποκτά ζωή μόνο τους θερινούς μήνες και τις αργίες; Ποιές επεμβάσεις συντελούν στην διατήρηση του παραδοσιακού χαρακτήρα και ποιες τον καταστρέφουν; Πόσο δύσκολο είναι να κρατηθεί μια ισορροπία μεταξύ της εξέλιξης και του σεβασμού προς το μνημείο;
Αυτοί είναι μερικοί προβληματισμοί που τίθενται με στόχο να βρεθεί κάποια λύση που θα οδηγήσει σε ένα βιώσιμο μέλλον για το Δίλοφο και παρόμοιους οικισμούς.

Abstract

This paper looks at the urban, architectural and social development of the traditional village Dilofo, situated in Central Zagori, Epirus, Greece.
Starting from historical information regarding Zagori and the first references to the existence of Dilofo, previously known as Sopotseli, this study follows the journey of the settlement from its creation as a village to present.
Analysing the spatial planning / design, architectural and construction characteristics of the settlement, the aim is to extract information regarding its formation and development. Social, cultural and financial changes in the area are seen as critical factors.
What issues arise when a village that is ‘alive’ and productive all year round for several centuries, now seems to come to life only during summer and holidays? Which types of interventions compliment or preserve the character of the settlement and which may have a negative effect? How hard is it to keep a balance between ‘development’ / ‘progress’ and respecting the settlement as a ‘monument’ and as part of the area’s heritage?
These are a few questions that are discussed aiming to highlight a route towards a more sustainable and respectful future for Dilofo and similar settlements.

1. Εισαγωγή

Πριν την ανάπτυξη του θέματος, κρίνεται απαραίτητο να αναφερθεί η πορεία της εξέλιξης της παρούσας δουλειάς και από πού αντλήθηκε το υλικό. Η πρώτη μου επαφή με την έρευνα σχετικά με το Δίλοφο και την περιοχή των Ζαγοροχωρίων ξεκίνησε το 1990, με την έναρξη της διπλωματικής μου εργασίας στη Σχολή Αρχιτεκτόνων του ΑΠΘ . Έκτοτε η ενασχόλησή μου με τα Ζαγοροχώρια και το Δίλοφο είναι συνεχής σε επιστημονικό και προσωπικό επίπεδο. Το 2003 στο πλαίσιο άσκησης του Δ.Π.Μ.Σ “Προστασία Μνημείων” της Αρχιτεκτονικής Σχολής του Ε.Μ.Π. , με τίτλο “Προστασία και συντήρηση σε κλίμακα αστικού κέντρου ή ιστορικού οικισμού” εκπονήθηκε άσκηση με θέμα “Δίλοφο – Κεντρικό Ζαγόρι Ιωαννίνων” , στην οποία συμμετείχα ως συνεργάτης και παραχώρησα το πρωτογενές υλικό των χαρτών και των φωτογραφιών, καθώς και στοιχεία από το αρχείο μου που άρχισε να δημιουργείται από το 1990. Oι χάρτες που παρουσιάζονται βασίζονται σε αεροφωτογραφία του 1983 από την οποία δημιουργήθηκε ο χάρτης το 1990 για τις ανάγκες της διπλωματικής και έκτοτε εμπλουτίζεται με τις εκάστοτε αλλαγές. Επίσης την ίδια περίοδο πραγματοποιήθηκε χωροστάθμηση στον πυρήνα του οικισμού.
Συνοψίζοντας, το υλικό της εν λόγω ανακοίνωσης έχει προκύψει από την διπλωματική εργασία του 1990, την άσκηση του ΔΠΜΣ Προστασία Μνημείων του 2003, την προσωπική ενασχόληση και συλλογή στοιχείων για το αντικείμενο καθώς και την ειδική έρευνα με την οποία ασχολούμαι επί του παρόντος για την εκπόνηση της διδακτορικής μου διατριβής με θέμα “Το δίκτυο των πέτρινων γεφυριών στα Ζαγοροχώρια” .

2. Ιστορική και οικιστική εξέλιξη Ζαγοροχωρίων

Σήμερα όταν αναφερόμαστε στο Ζαγόρι ή Ζαγοροχώρια μιλάμε για ένα σύνολο 45 χωριών τα οποία βρίσκονται βόρεια των Ιωαννίνων οριοθετημένα από τον ποταμό Αώο, το όρος Μιτσικέλι, και τους δρόμους Ιωαννίνων – Μετσόβου και Ιωαννίνων – Κόνιτσας. Μελετώντας τα ιστορικά κείμενα παρατηρούμε ότι τα γεωγραφικά όρια είναι περίπου τα ίδια στο πέρασμα των χρόνων, ενώ ο αριθμός των χωριών μεταβάλλεται.
Οι βασικές πηγές πληροφόρησης για την ιστορία των Ζαγοροχωρίων είναι τα βιβλία των Π.Αραβαντινού (1856) και Ι.Λαμπρίδη (1889), οι οποίοι αντλούν μεγάλο μέρος του υλικού από χρονικά μοναστηριών και οθωμανικά κατάστιχα.
Η λέξη “Ζαγόρι” κατά τον Ι.Λαμπρίδη είναι Σλαβικής προέλευσης και έχει δύο συνθετικά, το “Ζα”(=προς, επί, όπισθεν) και το “γκόρι”(=βουνό, όρος) (ο Π.Αραβαντινός όμως αναφέρει ότι διατηρεί κάποιες επιφυλάξεις για την Σλαβική προέλευση της λέξης και ότι ενδέχεται να είναι Ελληνική η ρίζα της από παράφραση της λέξης “ζυγόρειον” ή “ζυγόρεια”, η οποία προέρχεται από την ονομασία της κορυφής του όρους Λάκμωνα στην οροσειρά της Πίνδου που λεγόταν “Ζυγός”).
Από αρχαιολογικές ανασκαφές στην Βίτσα και το Σκαμνέλι έχουν ανακαλυφθεί κτηνοτροφικοί οικισμοί προ του 5ου αι. π.Χ.. Στα ιστορικά κείμενα διαβάζουμε ότι, τα πρώτα φύλα που κατοίκησαν στην Ήπειρο κατά τους προϊστορικούς χρόνους, ήταν οι Πελασγοί. Στη συνέχεια κατακτήθηκε από τους Μολοσσούς, τους Μακεδόνες , τους Ρωμαίους και τους Σλάβους τον 6οαι . Η περιοχή κατοικείται συνεχώς και το 1204 περιλαμβάνεται στο Δεσποτάτο της Ηπείρου. Η πρώτη όμως γραπτή αναφορά για την ύπαρξη οικισμών γίνεται το 1319 σε ένα Χρυσόβουλο του Ανδρόνικου Β’ , ενώ με την κατάκτηση της Ηπείρου από τους Οθωμανούς το 1430, αρχίζει ουσιαστικά η τεκμηριωμένη ιστορία του Ζαγορίου.
Σταθμός στην μελέτη των οικισμών στο Ζαγόρι αποτελεί το έτος 1431. Οι Οθωμανοί δεν κατάφεραν ποτέ να εγκατασταθούν στο Ζαγόρι, όπως έγινε στην υπόλοιπη Ήπειρο, (τα βουνά ήταν φυσικό οχυρό) οπότε υπεγράφη μια συνθήκη μεταξύ Ζαγορισίων και Οθωμανών, η “Συνθήκη του Βοϊνίκου” . Την συνθήκη αυτή υπέγραψαν εκπρόσωποι 14 Ζαγοροχωρίων από το κεντρικό και ανατολικό Ζαγόρι (μέσα σε αυτά και το Δίλοφο) στην οποία συμφώνησαν ότι αντί φόρου θα στέλνουν κάθε χρόνο στην Κωνσταντινούπολη έναν αριθμό αντρών (ανάλογα με τον πληθυσμό τους) οι οποίοι θα υπηρετούσαν ως ιπποκόμοι τον στρατό του Σουλτάνου για 1-2 μήνες. Ο Λαμπρίδης αναφέρει ότι στο “Χρονικόν της Βοτσάς” τα έτη 1629 – 1631 τα χωριά αυτά του Ζαγορίου είχαν στείλει 832 βοϊνάκηδες στην Κωνσταντινούπολη (το Δίλοφο είχε στείλει 28).
Από τον 16ο έως τον 18ο αι. παρατηρούνται οι μεγαλύτερες οικιστικές μεταβολές στο Ζαγόρι. Από τα οθωμανικά φορολογικά κατάστιχα (Defter), τα αυτοκρατορικά διατάγματα και τα χρονικά, διαβάζουμε ότι το 1564 τα Ζαγοροχώρια ήταν 58, το 1678 ήταν 60 και τον 18ο αι. έγιναν 46 (σχεδόν ο σημερινός αριθμός τους). Πολλά χωριά διαλύθηκαν λόγω λειψυδρίας, κατολισθήσεων και επιδημιών πανώλης και οι εναπομείναντες κάτοικοι ενσωματώθηκαν στα υπόλοιπα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι αυτό του Διλόφου το οποίο αύξησε τον πληθυσμό του στα μέσα του 16ου αι. δεχόμενο κατοίκους από τα γύρω χωριά Πιτούρνα, Πετρίτσια και Ζλάροβο . Η Πιτούρνα και η Πετρίτσια πρέπει να ερημώθηκαν πριν το 1564 (μιας και δεν αναφέρονται στο κατάστιχο του 1564) και αρκετοί από τους κατοίκους τους μετοίκησαν στο Δίλοφο, ενώ το Ζλάροβο το οποίο αναφέρεται το 1631 στο Χρονικόν της Βοτσάς, πρέπει να διαλύθηκε αργότερα και οι κάτοικοί του μοιράστηκαν στο Δίλοφο και τον Ελαφότοπο.
Προφανώς όλες αυτές οι μετακινήσεις των πληθυσμών επηρέασαν την οικιστική εξέλιξη του Διλόφου και των άλλων Ζαγοροχωρίων, μαζί με ένα άλλο πολύ σοβαρό παράγοντα, τα ταξίδια και το εμπόριο. Μέχρι το 1600 περίπου, οι κάτοικοι είχαν ως ενασχόληση την κτηνοτροφία και την λιγοστή καλλιέργεια της γης . Τα δεδομένα όμως αλλάζουν με την έναρξη των ταξιδιών και των εμπορικών συναλλαγών, αρχικά με τα Βαλκάνια και την Κωνσταντινούπολη και μετέπειτα με πιο μακρινούς προορισμούς . Η οικονομική κατάσταση βελτιώνεται οπότε τα παλιά σπίτια αντικαθίστανται με νέα μεγαλύτερα και καλύτερης κατασκευής. Η περίοδος αυτή της ακμής κορυφώνεται τον 18ο και 19ο αι. δίνοντας την εικόνα του οικισμού που βλέπουμε σήμερα.
Το 1874 το Δίλοφο είχε 115 οικογένειες και 550 κατοίκους . Λειτουργούσε σχολείο με 85 μαθητές στην πλατεία του χωριού, (Αναγνωστοπούλειος Σχολή , 1855) παρθεναγωγείο και υφαντουργική σχολή. Υπήρχε ξενώνας για τους εμπόρους, παντοπωλείο, υποδηματοποιείο, σιδεράδικο-πεταλωτήριο και αργυροχρυσοχοΐο. Ορισμένες από τις χρήσεις αυτές λειτουργούσαν στην πλατεία του χωριού σε προσκτίσματα που ακουμπούσαν στο μεγάλο τοίχο αντιστήριξης του Σχολείου .
Πολύ ενδιαφέρουσες πληροφορίες για το Δίλοφο δίνει το 1913 ο σχολικός επιθεωρητής Αλέξανδρος Καθάρειος , ο οποίος αναφέρει μεταξύ άλλων ότι υπήρχαν 420 κάτοικοι και 50 μαθητές.
Αξίζει να σημειώσουμε ότι το 1927 διεξήχθη στο Δίλοφο το Α’ Πανζαγορίσιο Συνέδριο κατά τις διαδικασίες του οποίου προωθήθηκε η διαδικασία της αλλαγής των σλαβικών ονομάτων των χωριών σε ελληνικά. Η πρώην (Σλαβική) ονομασία του Διλόφου ήταν “Σωποτσέλι” ή “Σομποτσέλ” που σημαίνει “τόπος με πολλά νερά”.
Ο πληθυσμός του χωριού ακολουθεί μια φθίνουσα πορεία μέχρι τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο αλλά είναι ακόμη ενεργός. Η μεγάλη υποβάθμιση και εγκατάλειψη έρχεται στις αρχές της δεκαετίας του 1950 οπότε το φαινόμενο της αστυφιλίας χτυπάει όλα τα χωριά. Το 1991 είχε 11 μόνιμους κατοίκους ενώ το 2013 έχει μόνο 5.

  • Γαρτσώνη Βασιλική, Μπαλοδήμου Μαρία, Διπλωματική εργασία με θέμα “Αναγνώριση – Επανάχρηση του ιστορικού Οικισμού Διλόφου Ζαγορίου”, επιβλέπων Καθ. Μ.Νομικός, Α.Π.Θ., Θεσσαλονίκη, Οκτώβριος 1991
  • Υποχρεωτική άσκηση με επιβλέπουσες Καθηγήτριες την κα Ε.Μαΐστρου και κα Μ.Αποστόλου.
  • Γεωργούλη Αικατερίνη, Σιούντρη Κωνσταντίνα, Μεταπτυχιακές φοιτήτριες ακ. Έτους 2002-2003
  • Εκπονείται στην Αρχιτεκτονική Σχολή του ΕΜΠ με επιβλέποντα τον Επ.Καθ.Ν.Μπελαβίλα
  • Την παλιά εθνική οδό όχι την Εγνατία
  • Αραβαντινός Π., Χρονογραφία Ηπείρου,τομ Α’ και Β’, Αθήνα 1856
  • Λαμπρίδης Ι., Β’ Ηπειρώτικα Μελετήματα – Ζαγοριακά, τευχ. 8 και 9, Αθήνα, 1889, επανέκδοση Εταιρεία Ηπειρωτικών Μελετών, Ιωάννινα 1993
  • Δαλκαβούκης Β., Μετοικεσίες Ζαγορισίων (1750-1922), εκδ. Ριζαρείου Σχολής, Θεσσαλονίκη 1999
  • Βασιλιάς Πύρρος (318 – 272 π.Χ), ξάδελφος του Μ.Αλεξάνδρου
  • Τότε δόθηκε και η ονομασία “Ζαγόρι”
  • Αναφέρονται το Πάπιγκο και τα Άνω και Κάτω Πεδινά καθώς και άλλα χωριά που δεν υπάρχουν σήμερα
  • Οι Ζαγορίσιοι δήλωσαν υποταγή στον Καρά Σινάν Πασά με αντάλλαγμα την αυτονομία την αυτοδιοίκηση και την φοροαπαλλαγή 
  • Τα 5 από τα 14 χωριά δεν υπάρχουν σήμερα.
  • Η.Μ.,τομ.Β’, τευχ.9, σελ.8
  • Χρονικό του 17ου αι. της Μονής Βοτσάς στο οποίο καταγράφονται σημαντικά ιστορικά γεγονότα της περιοχής
  • “Βοϊνάκ” στα τουρκικά σημαίνει ιπποκόμος
  • Τα τοπωνύμια υπάρχουν μέχρι και σήμερα σε τοποθεσίες γύρω από το Δίλοφο
  • Παπαγεωργίου Γ., Οικονομικοί και κοινωνικοί μηχανισμοί στον ορεινό χώρο – Ζαγόρι(αρχές 18ου -αρχές 20ου ), σελ. 17, εκδ. Ριζαρείου Σχολής, Ιωάννινα, 1995.
  • Ο Γ.Παπαγεωργίου αναφέρει ως αιτία την έλλειψη νερού ενώ ο Α. Βλαχόπουλος συμπληρώνει και το πρόβλημα των κατολισθήσεων.
  • Βλαχόπουλος Α., Δίλοφον πρώην Σωποτσέλιον , Ιστορική περιγραφή και εποχή ιδρύσεως αυτού, Ιωάννινα 1970
  • Μεγάλο ρόλο σε αυτό έπαιξε και η συνθήκη του Βοϊνίκου η οποία τους άνοιξε τον δρόμο των ταξιδιών 
  • Χασιώτης Δ., Διατριβαί και Υπομνήματα περί Ηπείρου, Αθήνησιν 1887
  • Το κτήριο του παρθεναγωγείου καταστράφηκε από πυρκαγιά τον 20ο αι και βρισκόταν στην βόρια άκρη του χωριού εκεί που καταλήγει σήμερα ο περιφερειακός χωματόδρομος (Χάρτης 1 σημείο Β) 
  • Τα ίχνη τους στην τοιχοποιία του σχολείου είναι ακόμα ορατά
  • Εργολάβος Σ., Τα Ζαγοροχώρια στις αρχές του αιώνα μας-Δύο πολύτιμα ιστορικά ντοκουμέντα, σελ 91, εκδ. Ηπειρος, Ιωάννινα 1993
  • Τον Ιούλιο του 1913 ο Α.Καθάρειος πήρε εντολή από το Υπ.Παιδείας να συντάξει έκθεση σχετικά με την γεωγραφική, εθνολογική, κοινωνική και εκπαιδευτική κατάσταση των χωριών. Από τις 13 – 31 Ιουλίου 1913 περιηγήθηκε σε 27 Ζαγοροχώρια

3. Πολεοδομική εξέλιξη τού οικισμού

Αξιόπιστα τεκμήρια με ακριβείς πληροφορίες για την εξέλιξη του πολεοδομικού ιστού δεν υπάρχουν. Μελετώντας όμως την χωροταξία, την γεωμορφολογία και τους κοινωνικοοικονομικούς παράγοντες μπορούμε να βγάλουμε ορισμένα ασφαλή συμπεράσματα για την ανάπτυξή του.
Τα πρωταρχικά και βασικά κριτήρια με τα οποία γινόταν συνήθως η επιλογή της θέσης ενός οικισμού ήταν η ύπαρξη νερού, η ύπαρξη χώρου για την καλλιέργεια προϊόντων για τις βασικές τους ανάγκες, η ύπαρξη βοσκοτόπων, ο καλός προσανατολισμός και η ασφάλεια από τις επιδρομές.
Εξετάζοντας το Δίλοφο παρατηρούμε ότι είναι από τα λιγότερο ορατά χωριά από τον γύρω χώρο στο Ζαγόρι, με δυνατότητα όμως, από ορισμένα υψίπεδα, να έχει οπτική επαφή με άλλα γειτονικά χωριά. Είναι κτισμένο στην συμβολή δύο λόφων στο σημείο με τις ηπιότερες κλίσεις και περιστοιχίζεται από δάσος, βοσκοτόπια και λίγη καλλιεργήσιμη έκταση. Στο βορινό άκρο του χωριού είναι ορατή η χαράδρα του Βίκου και το μονοπάτι, προς αυτήν και το χωριό Βίτσα.

Χάρτης Διλόφου βασισμένος σε αεροφωτογραφία τού 1983

Χάρτης 1.: Δίλοφο από αεροφωτογραφία τού 1983

Έχει γραμμική ανάπτυξη στον άξονα βορά νότου με πυκνότερη δόμηση στο κέντρο του. Πιθανόν, τα πρώτα σπίτια να κτίστηκαν στον χώρο γύρω από την πλατεία και στην συνέχεια να αναπτύχτηκε ο οικισμός ακολουθώντας τις κλίσεις του εδάφους. Η κεντρική είσοδος του χωριού είναι στο Νότο (Α στο χάρτη 1), όπου καταλήγει και ο αμαξιτός δρόμος. Θα πρέπει ίσως εδώ να σημειώσουμε ότι μαζί με το Κουκούλι είναι τα μοναδικά χωριά στο Ζαγόρι στα οποία δεν εισέρχονται αυτοκίνητα. Υπάρχει και μια δευτερεύουσα είσοδος (Β στο χάρτη 1) στον βορά στην οποία καταλήγει ο περιφερειακός χωματόδρομος του χωριού .

Μπορούμε να συμπεράνουμε από την χρονολόγηση των κτηρίων, ότι η σημερινή εικόνα του χάρτη του Διλόφου είναι ίδια εδώ και δύο αιώνες τουλάχιστον. Η πλατεία με τον πλάτανο βρίσκεται στο κέντρο του οικισμού και στον βορινό άξονα αναπτύσσεται ο “Πάνω Μαχαλάς” ενώ στον νότιο ο “Κάτω Μαχαλάς”, το όριο των οποίων βρίσκεται στον νοητό κάθετο άξονα της εκκλησίας (Χάρτης 1). Οι δύο μαχαλάδες έχουν διαφορετικά χαρακτηριστικά. Στον επάνω (βορινό) η δόμηση είναι πυκνότερη και σε κάποιες περιοχές συνεχής. Λίγα σπίτια έχουν αυλές και η μεγαλύτερη πύκνωση παρατηρείται μεταξύ της Εκκλησίας και της πλατείας (Εικ. 1).

Ο Πάνω Μαχαλάς τού Διλόφου μεταξύ πλατείας (μεσοχωρίου) και Εκκλησίας

Εικ.1: Ο Πάνω Μαχαλάς μεταξύ πλατείας (μεσοχωρίου) και Εκκλησίας

Παράδειγμα σπιτιών με συνεχή δόμηση

Εικ.2: Παράδειγμα σπιτιών με συνεχή δόμηση

Αντίθετα, στο νότιο τμήμα του οικισμού οι ιδιοκτησίες είναι πιο αυτόνομες και με μεγαλύτερες αυλές. Τα περισσότερα σπίτια και στις δύο συνοικίες περιστοιχίζονται από υψηλούς μαντρότοιχους (οβορούς) και η είσοδος γίνεται μέσω της αυλόθυρας, η οποία σε περιπτώσεις μη ύπαρξης αυλής οδηγεί κατευθείαν μέσα στο σπίτι (Εικ. 2)
Περπατώντας στα καλντερίμια είναι δύσκολο να κατανοήσει κάποιος την διάταξη των κτισμάτων διότι βλέπει μόνο τους οβορούς και τις αυλόθυρες. Η σχέση του ιδιωτικού και του δημόσιου χώρου είναι ξεκάθαρη. Τα κοινά τους σημεία είναι οι πεζούλες έξω από τις αυλόθυρες οι οποίες χρησίμευαν και ως τόπος συναναστροφής των κατοίκων. Η γενική εικόνα που κυριαρχεί είναι αυτή της εσωστρέφειας και της προστασίας του ιδιωτικού χώρου.
Ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό που έχει το Δίλοφο είναι τα καλντερίμια. Το δίκτυό τους αναπτύσσεται σε όλον τον οικισμό και προσαρμόζεται στην μορφολογία του εδάφους με διαφορετικές τυπολογίες. Λίγα χωριά στο Ζαγόρι έχουν ακόμα τα αυθεντικά τους καλντερίμια. Στο Δίλοφο έχει κρατηθεί ένα αρκετά μεγάλο ποσοστό των αυθεντικών αλλά δυστυχώς όπου έχουν γίνει επεμβάσεις έχει επέλθει αλλοίωση με την χρήση μη συμβατών υλικών και την λανθασμένη κατασκευή.
Οι βασικοί τύποι καλντεριμιών (Εικ. 3) είναι τρεις και τα μορφολογικά – κατασκευαστικά τους χαρακτηριστικά έχουν προκύψει από την ανάγκη προσαρμογής τους στις ιδιαιτερότητες του εδάφους και του ιστού. Σημειώνουμε ότι πέραν των τριών αυτών τύπων υπάρχουν και οι παραλλαγές τους.

Σκαρίφημα κάτοψης των τριών βασικών τύπων καλντεριμιών

Εικ 3: Σκαρίφημα κάτοψης καλντεριμιών

Ο τύπος Α (Εικ.4) είναι ο πιο χαρακτηριστικός και χρησιμοποιείται στις ήπιες κλίσεις. Στις άκρες οι πέτρες είναι πλακοστρωμένες (έχοντας ανά ένα μέτρο περίπου μια σειρά από αρκάδες για την ευκολότερη ανάβαση ή κατάβαση) ενώ στο κέντρο είναι τοποθετημένες κάθετα και σε χαμηλότερο επίπεδο για την ροή των όμβριων υδάτων και την διέλευση των ζώων.

Καλντερίμι τύπου Α

Εικ 4: Καλντερίμι τύπου Α

Ο τύπος Β απαντάται πάλι σε καλντερίμια με ήπια κλίση. Η διαφορά από τον τύπο Α είναι η έλλειψη του μεσαίου διαζώματος. Τέλος τον τύπο Γ τον συναντάμε στις μεγάλες κλίσεις. Όλες οι πέτρες είναι τοποθετημένες κάθετα στο έδαφος με ρύση προς το κέντρο για να μην ολισθαίνουν οι πεζοί και έχει την μορφή “ψαροκόκαλου”.
Τα μόνα τεκμηριωμένα στοιχεία που έχουμε στην διάθεσή μας για να ελέγξουμε εάν ο πολεοδομικός ιστός έχει υποστεί σοβαρές αλλοιώσεις είναι πολύ όψιμα σε σχέση με τα χρόνια ύπαρξης του οικισμού. Βασίζονται ουσιαστικά σε αεροφωτογραφίες οπότε το μόνο που μπορούμε να πούμε με ασφάλεια είναι ότι τα τελευταία 60 χρόνια περίπου, η μορφή του πολεοδομικού ιστού δεν έχει μεταβληθεί από διανοίξεις δρόμων ή κατασκευές νέων κτιρίων σε νέες θέσεις. Όποιες αλλοιώσεις έχει υποστεί είναι μορφολογικού χαρακτήρα του καταστρώματος των καλντεριμιών.
Επίσης στο Δίλοφο υπάρχουν και πλακοστρωμένα πλατώματα τα οποία προκύπτουν λόγω των κλίσεων και τα σημεία σύγκλισης των καλντεριμιών. Τα μεγαλύτερα σε έκταση είναι αυτό της πλατείας (Εικ.5) και του προαύλιου χώρου της Εκκλησίας.

Η πλατεία του Διλόφου (Μεσοχώρι)

Εικ.5: Η πλατεία του Διλόφου (Μεσοχώρι)

  • Η είσοδος αυτή δημιουργήθηκε τον 20ο αι. και είναι ο προαύλιος χώρος του κτίσματος του παρθεναγωγείου το οποίο καταστράφηκε από πυρκαγιά. Το σημείο αυτό χρησιμεύει και ως χώρος στάθμευσης
  • Πλάκες τοποθετημένες κάθετα στο έδαφος οι οποίες προεξέχουν. Αρκάδες ονομάζουν τις όρθιες πέτρες στις ράχες των τόξων των πέτρινων γεφυριών. Η προέλευση της λέξης κατά τον Α.Πετρονώτη (Πέτρινα Γεφύρια στην Ελλάδα, συλλ. Τόμος Φύση και έργα ανθρώπων σελ.236 παρ.92)…. προέρχεται από την τουρκική λέξη “arka” η οποία σημαίνει “ράχη” και “πίσω μέρος”, στα δε νεοελληνικά “βοηθός και “προστάτης”…..

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ …

Share on FacebookPin on PinterestGoogle+Email to someone