Ηπειρώτικα γεφύρια

Ηπειρώτικα γεφύρια

Μαρία Μπαλοδήμου, Αρχιτέκτων, MSc. Συντήρησης και  Αποκαταστάσης K. U. Leuven, Βέλγιο

 

Συνοπτική ιστορική αναδρομή :: Δημιουργία – Μορφολογία – Κατασκευή :: Tα πέτρινα γεφύρια σήμερα

Συνοπτική ιστορική αναδρομή

Ένα από τα πρώτα προβλήματα που αντιμετώπισε ο άνθρωπος για την επιβίωσή του ήταν η υπερπήδηση των υδάτινων εμποδίων. Από την προϊστορική εποχή υπήρχε η ανάγκη της μετακίνησης και τα ποτάμια, οι χείμαρροι ακόμα και τα μικρά ρέματα την δυσκόλευαν πολύ. Έπρεπε να βρεθεί μια λύση. Μπορεί την πρώτη ιδέα να την έδωσε ένας πεσμένος κορμός ή ένας βράχος στη μέση του ποταμού, η εξέλιξη όμως με την πάροδο του χρόνου ήταν θεαματική.
Με την εξέλιξη του ανθρώπου και την χρήση των εργαλείων ως μέσου για να προσαρμόσει την πρώτη ύλη που του προσέφερε η φύση, το «πεσμένο κούτσουρο» που ακουμπάει στην όχθη ή πάνω σε μεγάλες πέτρες εξελίσσεται σε συστήματα τα οποία μπορούμε να χωρίσουμε σε τρεις βασικές κατηγορίες:
Ι. Με οριζόντιες δοκούς ή πλάκες
ΙΙ. Με εκφορικό σύστημα
ΙΙΙ. Με θολωτή ή τοξωτή κατασκευή

Από ανασκαφές στη Μεσοποταμία έχουν βρεθεί λείψανα γεφυρών των οποίων η κατασκευή ανάγεται στο 4.000 π.Χ. Άλλα δείγματα αρχαίας γεφυροποιίας και θολωτών κατασκευών (με το εκφορικό σύστημα) βρίσκουμε στην Αίγυπτο, στον μινωικό και στον μυκηναϊκό πολιτισμό. Πολλές γέφυρες που υπάρχουν ακόμα στις μέρες μας είναι χτισμένες πάνω σε παλαιότερες αρχαιοελληνικές και ρωμαϊκές τις οποίες χρησιμοποιούσαν και οι Βυζαντινοί παράλληλα με τις νέες που έχτιζαν. Κατά τους 16ο και 17ο αι. συνέβαλλαν και οι Οθωμανοί στην εξέλιξη τις γεφυροποιίας (έχοντας ως χαρακτηριστικό το οξυκόρυφο ισλαμίζον τόξο στις νέες κατασκευές τους) [Α.Πετρονώτης 2000].  Με τα χρόνια η εξέλιξη των τεχνικών και των μορφών μάς δίνει τα αποτελέσματα που βλέπουμε σήμερα.

Εξαιρετικά δείγματα γεφυρών έχουμε από όλη την Ελλάδα αλλά στη συνέχεια θα αναλύσουμε περισσότερο τα πέτρινα γεφύρια της Ηπείρου, όπου παρατηρείται συγκέντρωση μεγάλου αριθμού, προφανώς λόγω της γεωμορφολογίας (μεγάλοι ορεινοί όγκοι και πολλά ποτάμια) και των αναγκών μετακίνησης των κατοίκων.

Δημιουργία – Μορφολογία – Κατασκευή 

Τα περισσότερα ηπειρώτικα γεφύρια που βλέπουμε σήμερα χτίστηκαν τον 18ο και 19ο αιώνα πολλές φορές πάνω στα ερείπια παλαιότερων. Ένα ζωντανό παράδειγμα τέτοιας περίπτωσης είναι το γεφύρι της Άρτας του οποίου η σημερινή μορφή χρονολογείται στην πρώτη δεκαετία του 17ου αιώνα αλλά από ανασκαφές και γραπτές πηγές [Πλίνιος ο Νεότερος 1ος αι, μ.Χ: Γ.Δ. Μακρής]  πιθανότατα πρωτοκατασκευάστηκε επί βασιλείας Πύρρου (βασιλιάς των Μολοσσών της Ηπείρου 319 – 272 π.Χ).

Πριν αναφερθούμε σε αρχιτεκτονικά και κατασκευαστικά χαρακτηριστικά θα πρέπει να επισημάνουμε τους λόγους κατασκευής τόσων πολλών γεφυριών. Ποιες ανάγκες ώθησαν τους κατοίκους στην κατασκευή τους; Το μεγαλύτερο τμήμα της Ηπείρου αποτελείται από ορεινούς όγκους αφήνοντας λίγα περιθώρια στους κατοίκους για επιλογές στον τρόπο του βιοπορισμού τους. Το εμπόριο και η κτηνοτροφία ήταν δύο από τις επικρατέστερες επιλογές που είχαν. Όποια και αν επέλεγαν έπρεπε να μετακινούνται στις αφιλόξενες και δύσβατες ράχες της Πίνδου. Υπήρχε λοιπόν επιτακτική ανάγκη ζεύξης των ποταμών για την κίνηση των εμπορικών καραβανιών, των κατοίκων, των μαστόρων αλλά και των κοπαδιών. Κατά τον 18ο και 19ο αιώνα υπήρχε άνθιση στις εμπορικές συναλλαγές με τα Βαλκάνια, τη Βιέννη, την Τουρκία και την Αίγυπτο. Η οικονομική ευημερία των εμπόρων δημιούργησε την ανάγκη ανοικοδόμησης και βελτιστοποίησης των συνθηκών διαβίωσης.

Τα ηπειρώτικα μπουλούκια (=οικοδομικό μετακινούμενο συνεργείο) έχτισαν πραγματικά αριστουργήματα και η φήμη τους εξαπλώθηκε γρήγορα σε όλα τα Βαλκάνια. Είχαν δική τους γλώσσα τα κουδαρίτικα, για να προφυλάσσουν την τέχνη τους και αυστηρές ιεραρχίες μέσα σε αυτά. Τα μπουλούκια που κατασκεύαζαν γεφύρια ονομάζονταν κιοπρουλήδες (=γεφυράδες, από την τούρκικη λέξη «köprü») – [ Α. Πετρονώτης 2000]. Επικεφαλής της ομάδας ήταν ο πρωτομάστορας ή κάλφας (= πρακτικός αρχιτέκτονας), ο οποίος έπρεπε να βρει τη δουλειά και να σχεδιάσει την κατασκευή. Τελούσε χρέη επιστάτη, ήταν πάντα παρών όταν κατασκευάζονταν τα θεμέλια, οι γωνιές (εκεί που «κλείδωναν» οι πέτρες) και οι προσόψεις, ενώ είχε καθήκον να κάνει τις πληρωμές στους υπολοίπους του συνεργείου. Αμέσως μετά στην ιεραρχία ήταν οι μαστόροι (πετράδες και μαραγκοί) και μετά τα τσιράκια (συνήθως νεαρά αγόρια που μάθαιναν σιγά σιγά την τέχνη), τα οποία έφτιαχναν τη λάσπη και έσπαζαν και κουβαλούσαν τις πέτρες. Τα μυστικά της τέχνης πέρναγαν από πατέρα σε γιο και θα πρέπει να επισημάνουμε ότι οι κιοπρουλήδες  απολάμβαναν και τον σεβασμό των Τούρκων.

Οι χρηματοδότες των έργων για την ανέγερση των γεφυριών ήταν συνήθως πλούσιοι ευεργέτες ή ιδρύματα, τούρκοι αξιωματούχοι ή άνδρες της εκκλησίας. Σπανιότερα ήταν και χωριά ολόκληρα που έκαναν έρανο ανάμεσα στους κατοίκους για να φτιάξουν κάποιο γεφύρι που θα εξυπηρετούσε την περιοχή τους και τις ανάγκες μετακίνησής τους. Το μπουλούκι που έκανε και την καλύτερη προσφορά έπαιρνε τη δουλειά.

Το γεφύρι έπαιρνε συνήθως την ονομασία του από τον χρηματοδότη ή την τοποθεσία. Σε πολλές περιπτώσεις έπαιρνε και το όνομα του χρηματοδότη μεταγενέστερης επισκευής αλλά πολύ σπάνια το όνομα του πρωτομάστορα.

Πέτρινα γεφύρια συναντάμε σχεδόν σε όλη την Ελλάδα. Γιατί της Ηπείρου όμως είναι από τα πιο ξακουστά; Όπως αναφέραμε ήδη το μεγαλύτερο μέρος της είναι ορεινό με αρκετά χωριά και πολλά ποτάμια. Παρατηρείται λοιπόν μια μεγαλύτερη συγκέντρωση γεφυριών απ’ ότι σε άλλα μέρη. Το κοινό τους χαρακτηριστικό είναι τα υλικά δόμησης και η εκπληκτική τους αρμονία με το φυσικό τους περιβάλλον, είναι σαν μια προέκταση της φύσης, τόσο τέλεια εναρμονισμένα μέσα σε αυτήν. Έχουν πλαστικότητα και ραδινές αναλογίες που τα κάνουν μοναδικά και πολλές φορές «αόρατα» μέσα στη φύση.

Στη μορφή των ηπειρώτικων γεφυριών υπάρχει τεράστια ποικιλία. Δύο πολύ βασικές κατηγορίες είναι τα πεδινά και τα ορεινά. Συνήθως τα πεδινά έχουν μεγαλύτερο μήκος, περισσότερα τόξα και μεγαλύτερες δυσκολίες στη θεμελίωση. Είναι πολύ δύσκολο να κατηγοριοποιήσουμε, μορφολογικά τουλάχιστον, τα γεφύρια στον ορεινό όγκο της Πίνδου διότι κάθε κατασκευή έπρεπε να προσαρμοστεί στη γεωμορφολογία του εδάφους και στις ικανότητες του πρωτομάστορα.

Πρώτα έπρεπε να επιλεγεί η κατάλληλη θέση για το κτίσιμο του γεφυριού. Στενά περάσματα του ποταμού και βραχώδεις ακτές ήταν ιδανικά σημεία για τη θεμελίωση και την κατασκευή του τόξου. Τα ακρόβαθρα και τα τυχόν ενδιάμεσα θεμέλια έπρεπε να στηριχθούν με ασφάλεια για να σηκώσουν τα πέτρινα τόξα από σχιστόλιθο. Οι μαραγκοί κατασκεύαζαν τις σκαλωσιές και τους ξυλότυπους με ακρίβεια και αντοχή. Πολλές φορές οι σκαλωσιές στερεώνονταν και μέσα στην κοίτη του ποταμού. Το κτίσιμο του τόξου άρχιζε ταυτόχρονα και από τις δύο πλευρές που έπρεπε να γεφυρώσουν και όταν πλέον έφταναν στην κορυφή του τόξου η όλη κατασκευή «κλείδωνε» με την τοποθέτηση της τελευταίας κεντρικής πέτρας (θολίτη) που λεγόταν κλειδί. Το κονίαμα που χρησιμοποιούσαν ήταν ασβεστολιθικό και συχνά για να το ενισχύσουν έριχναν μέσα μαλλιά από ζώα, ξερά χόρτα και ασπράδι αυγού. Όπου χρειαζόταν να γίνει υδραυλικό (στα θεμέλια όπου η επαφή με το νερό ήταν συνεχής) έριχναν μέσα τριμμένο κεραμίδι, φτιάχνοντας το γνωστό κουρασάνι το οποίο σε ορισμένες περιπτώσεις ενίσχυαν με ασπράδι αυγού (πηγή Α. Πετρονώτης 2000). Σε γεφύρια με μεγάλο άνοιγμα κατασκευαζόταν και δεύτερο τόξο για την εξασφάλιση της σταθερότητας της κατασκευής. Κατόπιν έκτιζαν τους πλαϊνούς τοίχους τους οποίους γέμιζαν συνήθως με μπάζα και στο τέλος έστρωναν το λιθόστρωτο καλντερίμι.

Tα πέτρινα γεφύρια σήμερα

Μετά τη λήξη του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου η αστυφιλία άγγιξε και τα χωριά της Ηπείρου, όπως και την υπόλοιπη Ελλάδα. Η χρηστικότητα των γεφυριών έπαψε πλέον να υφίσταται διότι διανοίχτηκαν δρόμοι, οι ανάγκες και ο σκοπός της μετακίνησης άλλαξαν και ο ενεργός πληθυσμός μειώθηκε σημαντικά. Πολλά γεφύρια που ήτανε κάποτε στο πέρασμα ενεργών μονοπατιών, «πνίγηκαν» μέσα στη φύση ή παρασύρθηκαν από τα ποτάμια λόγω μη χρήσης και έλλειψης συντήρησης. Όσα έτυχε να βρίσκονται κοντά στους νέους δρόμους που κατασκευάστηκαν έγιναν γνωστά και αποτελούν πλέον έναν πόλο έλξης τουρισμού, ιδίως στο Ζαγόρι, και χρησιμοποιούνται μόνο από τους λίγους εναπομείναντες βοσκούς και φυσιολάτρες περιπατητές και ορειβάτες.

Το ζήτημα που τίθεται στις μέρες μας πλέον, είναι η σωστή συντήρησή τους. Εάν ανατρέξει κάποιος στις λίστες των κηρυγμένων μνημείων του ΥΠ.ΠΟ. θα βρει μόνο δύο κηρυγμένα γεφύρια! Της Άρτας από την 18η Ε.Β.Α και της Πλάκας από την Υπηρεσία Νεωτέρων μνημείων και Τεχνικών έργων Ηπείρου. Ποια η μοίρα των υπολοίπων; Το φαινόμενο των ανεξέλεγκτων εργολάβων που αναλαμβάνουν εργασίες «αποκατάστασης» χωρίς επίβλεψη μηχανικού, με άφθονη χρήση τσιμέντου και με ποικιλία στην ταυτότητα του φορέα που αναθέτει την μελέτη (Δήμος, Νομαρχία, ΥΠ.ΠΟ., Υ.ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε.) πρέπει να σταματήσει, όπως και ο βανδαλισμός που έχει παρατηρηθεί από το κύμα «νέο-τουριστών» του βουνού.

Έχουμε χάσει πάρα πολλά μέχρι τώρα από τον πλούτο του παρελθόντος που μας έχει αφήσει αυτός ο τόπος, είτε από αμέλεια, είτε από οικονομικά συμφέροντα. Προσπάθειά μας είναι η ευαισθητοποίηση του κόσμου, για να πάψουμε να είμαστε οι λίγοι «γραφικοί», αλλά δυστυχώς πρέπει πρώτα να ευαισθητοποιηθούν οι αρμόδιοι δημόσιοι φορείς για την ορθή και επιστημονική αντιμετώπιση της διάσωσης της πολιτιστικής και αρχιτεκτονικής μας κληρονομιάς.

ΠΗΓΕΣ – ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Εφημερίδα «Η Καθημερινή», ένθετο τεύχος «Επτά Ημέρες», Κυριακή 13 Φεβρουαρίου 2000, αφιέρωμα «Πέτρινα Γεφύρια»
Μακρής Γιώργος Δ., 2004:«Οι γέφυρες στην αρχαία Ελλάδα», εκ. Αίολος, Αθήνα
Μαμμόπουλος Αλεξ. Χ., 1973: «Λαϊκή αρχιτεκτονική: Ηπειρώτες μαστόροι και γεφύρια», Βιβλιοθήκη Ηπειρωτικής Εταιρείας Αθηνών, αρ. 40, Αθήναι
Μαντάς Σπύρος Ι., 1984: «Τα Ηπειρώτικα γεφύρια»,Τεχνικές εκδόσεις Α.Ε, Λαϊκό Πολύπτυχο, Αθήνα
Μαντάς Σπύρος Ι., 1987: «Το γεφύρι και ο Ηπειρώτης», (24 οδοιπορικά, «τομές» στα Ηπειρώτικα γεφύρια), Τεχνικές εκδόσεις Α.Ε, Λαϊκό Πολύπτυχο, Αθήνα
Πετρονώτης Αργύρης Π. Π., 2001: Πέτρινα γεφύρια στην Ελλάδα, (συμβολή), στον συλλογικό τόμο «Φύση και έργα ανθρώπων», Κόνιτσα, εκδ. Κέντρου περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης Κόνιτσας, σ.113-343
monumenta.org

Share on FacebookPin on PinterestGoogle+Email to someone