Φθινοπωρινά άνθη Colchicum Bivonae στα Ζαγοροχώρια

Εικόνες τού Φθινοπώρου στα Ζαγόρια

Share on FacebookPin on PinterestGoogle+Email to someone

Μανιτάρια τής περιοχής

Κανθαρέλλα – Cantharellus cibarius
Λαϊκές ονομασίες: Κανθαρέλλα, Κιτρινούσκα (Γρεβενά), (Γ)καΐτσα (Ιωάννινα), Γαλέτα (Φλώρινα), νερατζάκι

Κανθαρέλλες

Κανθαρέλλες

Καρποφορεί σε δάση πλατύφυλλων (οξιά, καστανιά, δρυς, σημύδα, φλαμουριά) και κωνοφόρων (έλατο, ερυθρελάτη, πεύκο). Εμφανίζεται από τις 15 Μαΐου στην Ήπειρο και τον Ιούνιο στην Καστοριά για χρονικό διάστημα ενός μηνός ή παραπάνω ανάλογα με τις βροχές και τις θερμοκρασίες. Το Φθινόπωρο ξεκινά από τα τέλη Οκτωβρίου έως τις αρχές Νοεμβρίου. Ξεκινάει με κυρτό καπέλο που στη συνέχεια γίνεται χωνιόμορφο με μεγάλες πτυχώσεις στην περίμετρο. Αν δεν έρθει σε επαφή με το φώς παραμένει ωχρό ειδάλλως, αποκτά κιτρινωπό χρώμα. Η γεύση του είναι πικάντικη ενώ η οσμή του θυμίζει βερίκοκο. Τα ελάσματά του είναι φλεβόμορφα, διχαλωτά και αποτελούν ένα σώμα με την σάρκα γι’ αυτό αποκαλούνται ψευδοελάσματα.

Μακρολεπιώτα – Macrolepiota procera
Λαϊκές ονομασίες: Ζαρκαδίσιο, Κωνσταντάς (Όλυμπος), Αλεκάτη, Ρόκα, Μακρολεπιώτα η ψηλή

Macrolepiota procera :: Λαϊκές ονομασίες: Ζαρκαδίσιο, Κωνσταντάς (Όλυμπος), Αλεκάτη, Ρόκα

Μακρολεπιώτες

Το πιο γνωστό μανιτάρι στην Ελλάδα με διαφορετικά ονόματα ανά περιοχή. Καρποφορεί από Μάιο μέχρι Νοέμβριο, αλλά το φθινόπωρο είναι πιο συχνό, σε δάση, βοσκοτόπια και θαμνότοπους.
Αυγόμορφο αρχικά, θυμίζει μικρόφωνο αργότερα, ενώ έπειτα το καπέλο του παίρνει καμπανόμορφο σχήμα, επίπεδο και τελικά κοίλο. Το καπέλο είναι λευκό, έχει πλατιά γκριζοκαφετιά θηλή στο κέντρο και ομοιόχρωμα λέπια, πυκνότερα προς το κέντρο απ’ ότι προς την περίμετρο. Η περίμετρος είναι οδοντωτή και πολλές φορές ενωμένη με τον πάνω δακτύλιο τού διπλού κινητού λευκού δακτυλιδιού που βρίσκεται στον μίσχο. Ο μίσχος είναι τραχύς, κούφιος και σκληρός κατά την ωρίμανση. Λευκός στις άκρες με τεθλασμένες καφεκοκκινωπές ζώνες (τιγρέ) στη μέση. Σπάει όπως σπάει το ξύλο και κάνει έντονο “κρακ”. Τα ελάσματα είναι λευκά και πυκνά που αργότερα παίρνουν κρέμ αποχρωση. Η σάρκα είναι λευκή με βαριά μυρωδιά και γεύση φουντουκιού.

Αλεποπορδή – Lycoperdon
Λαϊκές ονομασίες: Αλεποπορδή, Λαγομάνα, Λαόρχι

Επιστημονική Ονομασία: Lycoperdon

Αλεποπορδή

Πρόκειται για ένα γένος γαστερομυκήτων βασιδιομυκήτων της τάξης των λυκοπερδωδών. Τα μανιτάρια αυτά αναπτύσσονται σαπροφυτικά στο έδαφος ή σε σάπιο ξύλο και σχηματίζουν σφαιρικά ή αχλαδόμορφα βασιδιοκάρπια (μανιτάρια), τα οποία μοιάζουν με φούσκες. Το εσωτερικό γόνιμο τμήμα τού βασιδιοκαρπίου, δηλαδή ο σποριογόνος ιστός, ονομάζεται θρόμβος και περιβάλλεται εξωτερικά από ένα λευκωπό ή ωχρώδες περίβλημα, το περίδιο, αποτελούμενο από δύο στρώματα, το εξωπερίδιο και το ενδοπερίδιο. Κατά την ωρίμανση, ο θρόμβος μεταβάλλεται σε μια πρασινοκίτρινη σκόνη που σχηματίζεται από τα ελευθερωμένα σπόρια τα οποία εξέρχονται με τη μορφή σύννεφου από ένα κεντρικό άνοιγμα, που σχηματίζεται στην κορυφή του περιδίου.

Τα λυκόπερδα συναντώνται σε λιβάδια, καλλιεργημένους αγρούς και δάση, κατά τη διάρκεια τού καλοκαιριού και τού φθινοπώρου.
 Τα περισσότερα είδη τού γένους αυτού τρώγονται πριν ωριμάσουν, όσο η σάρκα τού μανιταριού είναι ακόμα λευκή και στερεή. Από τα πιο κοινά είδη λυκοπέρδων τα οποία συναντώνται στην Ελλάδα είναι τα: Lycoperdon perlatum, που φτάνει σε διάμετρο τα 6 εκ. και φύεται κυρίως σε δάση κωνοφόρων, και Lycoperdon pyriforme, που αναπτύσσεται σε μεγάλους αριθμούς πάνω σε νεκρό ξύλο.

Γυρομίτρα η εδώδιμη – Gyromitra esculenta

Γυρομίτρα η εδώδιμη

Γυρομίτρα η εδώδιμη

Ασκομύκητας που θυμίζει εγκέφαλο, το ακανόνιστο σχήμα καπάκι μπορεί να είναι μέχρι και 10 εκατοστά υψηλό και 15 εκατοστά. Αρχικά δέρμα λείο, γίνεται σταδιακά όλο και πιο τσαλακωμένο καθώς μεγαλώνει. Το χρώμα τού καλύμματος μπορεί να έχει διάφορες αποχρώσεις τού κοκκινωπού, καστανού, μωβ, σκούρου ή μερικές φορές χρυσο-καφέ. Το κοτσάνι είναι 3-6 εκατοστά ψηλό και 2-3 εκατοστά παχύ . Η Gyromitra esculenta έχει ένα συμπαγές κοτσάνι, σε αντίθεση με της Morchella που είναι κούφιο. Η μυρωδιά μπορεί να είναι ευχάριστη και φρουτώδης.

Αναπτύσσεται σε αμμώδη εδάφη, σε δάση κωνοφόρων και περιστασιακά σε δάση φυλλοβόλων. Φύεται συνήθως από τον Απρίλιο μέχρι τον Ιούλιο, νωρίτερα από ό,τι τα άλλα είδη, και μερικές φορές και με το λιώσιμο τού χιονιού.

ΠΗΓΗ: http://www.alekati.gr/

Share on FacebookPin on PinterestGoogle+Email to someone